Η εποχή της συνειδητής σχέσης με την καλλιτεχνική δημιουργία: Natural Presence & Χάρης Κακαρούχας

  • “Η δύναμη της εικόνας βρίσκεται στην ίδια την εικόνα και όχι στην ιστορία της. Το μυαλό μας θέλει από τη φύση του να γνωρίζει: έτσι χρειάζεται ιστορίες, ετικέτες, λογικούς συσχετισμούς. Αλλά νομίζοντας ότι γνωρίζουμε, χάνουμε το νόημα.”

     

    Είχα κατέβει στον Πειραιά. Είχε τόσο καλό καιρό ακόμη αρχές του Δεκέμβρη. Παρά το ότι βρισκόμουν έναν περίπου χρόνο πλέον στην Ελλάδα, είχα ξεχάσει κιόλας πώς είχα αλλάξει σπίτι, δεν έμενα πια δυο βήματα από το λιμάνι. Πολλές φορές όμως έδινα την παλιά μου διεύθυνση κατά λάθος, έξις δευτέρα φύσις, που λέμε. Έτσι, εκείνο το Σάββατο που επισκέφτηκα το αγαπημένο μου λιμάνι και το πατρικό μου, βρήκα να με περιμένει ένα βιβλίο που συντρόφευσε τον μεσημεριανό μου περίπατο δίπλα στη θάλασσα… Το φωτογραφικό βιβλίο του Χάρη Κακαρούχα, Natural Presence, είναι ένα λεύκωμα με πορτρέτα και τοπία με τη μαγική ιδιότητα να εξημερώσουν και την πιο αχαλίνωτη ψυχή, μα και να εξαγριώσουν τις πιο πράες υπάρξεις. Η φιγούρα του εξωφύλλου σού μιλά, σε εισάγει στο ταξίδι που θα επακολουθήσει, και κάθε φορά λέει μια διαφορετική ιστορία, ανάλογα με τα χέρια που αγγίζουν το χαρτί. Ένα ταξίδι αναζήτησης, μία πορεία προς την αναγνώριση, μία αυτοψία ταυτοποίησης ψυχής, μού έδωσε να καταλάβω ότι η βόλτα μου στα βράχια της Πειραϊκής ήταν αυτό ακριβώς που χρειαζόμουν για να ξεκινήσω. Με μακρά πορεία στον χώρο, βραβεία, και αναγνώριση στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ο Χάρης Κακαρούχας αποτύπωσε περισσότερα από δέκα χρόνια δουλειάς σε αυτό το φωτογραφικό λεύκωμα. Άνθρωποι οικείοι, άνθρωποι δικοί μας, δεν ποζάρουν, αλλά στέκονται για ένα δευτερόλεπτο, όσο χρειάζεται ένα κλικ, και κερδίζουν μία αέναη κίνηση μέσα από τη στατικότητα της εικόνας. Πρόκειται για έναν φωτογράφο ανθρωπιστή, παρατηρητή της ανθρώπινης ματιάς και ανιχνευτή, θα έλεγα εγώ, της ανθρώπινης δύναμης. Μέσα από τα φωτογραφικά ζεύγη που παρουσιάζονται στο βιβλίο του, Natural Presence, συνδέει τον άνθρωπο με τη γεννέτηρά του, τη γη. Είχα τη χαρά να τον γνωρίσω προσωπικά στα εγκαίνια της πρώτης φωτογραφικής έκθεσης στην γκαλερί Luminous Eye, η οποία μάλιστα κάνει το πρώτο της εκδοτικό εγχείρημα με το συγκεκριμένο φωτογραφικό λεύκωμα.

    Καλησπέρα Χάρη! Χαίρομαι πολύ που είσαι μαζί μας στο ART.harbour.

    Καλησπέρα Ελίζα, η χαρά είναι και δική μου.

    Έχω στα χέρια μου το υπέροχο και τόσο προσεγμένο φωτογραφικό λεύκωμα Natural Presence. Τι γέννησε την ανάγκη για τη δημιουργία του;

    Πολύ απλά η αγάπη για τις εικόνες. Ξεκίνησε ουσιαστικά αμέσως μετά την πενταετία όπου η μηχανή ήταν στο ντουλάπι και ‘γω έψαχνα ουσιαστικές απαντήσεις για το ποιός είμαι και τi αληθινά κάνω με τη φωτογραφία. Ξαναβρίσκοντας, λοιπόν, τη φωτογραφία από την αρχή, άρχισα να φωτογραφίζω ανάμεσα στα άλλα τους ανθρώπους μου, αυτούς δηλαδή που βρίσκονταν στην ίδια “εσωτερική” αναζήτηση, όχι σαν ένα καινούργιο project αλλά γιατί αυτή ήταν η ζωή μου. Σε φυσικό περιβάλλον, αφού πνευματικές κοινότητες και σχολεία βρίσκονται στη φύση. Αυτά για τα πορτρέτα. Λίγο αργότερα, και με την ευκαιρία της δουλειάς που έκανα για το Υπουργείο Περιβάλλοντος και τον ΕΟΤ, συλλέγω τοπιογραφίες από την Ελλάδα αλλά και μέρη στο εξωτερικό που είχαν μια ξεχωριστή ταυτότητα, όπως η Ισλανδία ή τα Ιμαλάϊα. Κάποια στιγμή, μερικές φωτογραφίες από την πρώτη κατηγορία “πέφτουν” από τύχη δίπλα σε μερικές από τη δεύτερη. Σχηματίζονται, λοιπόν, ζεύγη που μου αρέσουν και έτσι γεννιέται η ιδέα του βιβλίου. Τη συνέχεια την κρατάς στα χέρια σου. Όλο αυτό κράτησε περίπου δώδεκα χρόνια.

    Ποια είναι η φωτογραφική σου διαδρομή και ποια τα milestones σε αυτήν;

    Αγοράζω την πρώτη φωτογραφική μηχανή με μια μικρή υποτροφία που πήρα στο πρώτο έτος του Πολυτεχνείου. Δεν έχω ιδέα για τη φωτογραφία, ό,τι ξέρω γι’ αυτήν είναι από τον κινηματογράφο που μεγάλωσα μαζί του. Είναι ο μεγάλος μου έρωτας από την ηλικία των επτά, και μετά η ζωγραφική. Κάπου ανάμεσα στα δύο προέκυψε η φωτογραφία. Βρήκα ξαφνικά ένα παιχνίδι που με βάζει στη διαδικασία να βλέπω, να ανακαλύπτω κόσμους αθέατους μέχρι τότε. Ήταν χαρά, παιχνίδι, εξερεύνηση. Τα τεχνικά τα έμαθα από τα βιβλία και την εμπειρία. Από θεωρία δεν είχα ιδέα και δεν ήθελα να έχω, περνούσα καλά και χωρίς αυτήν. Αυτή θα την ονόμαζα εποχή της αθωότητας. Αυτή τελειώνει όταν απογοητευμένος από τον κινηματογράφο (μια που δεν είχα τα χρήματα) αποφασίζω να γίνω φωτογράφος. Και πηγαίνω σε μια φωτογραφική ομάδα που κάνουν και μαθήματα. Εκεί μαθαίνω έναν διανοητικό τρόπο προσέγγισης της φωτογραφικής διαδικασίας (είναι αυτός που οδηγεί στη μηχανική αναπαραγωγή της εικόνας). Η φωτογραφία είναι καλή ή κακή, οι φωτογράφοι μεγάλοι και μικροί και πρέπει να αποκτήσεις θεωρητικές γνώσεις για να καταλάβεις τη φωτογραφία. Η χαρά έχει πάει περίπατο, γιατί τώρα πρέπει να προσπαθήσω, να μάθω, και να αποδείξω στους άλλους ότι είμαι και εγώ φωτογράφος. Η επιτυχία έρχεται κάποια στιγμή (με σκληρή δουλειά) με διεθνή βραβεία και αναγνώριση. Εκεί καταλαβαίνω ότι η αναγνώριση καλή είναι, αλλά δε σε κάνει καλύτερο άνθρωπο ούτε καλύτερο φωτογράφο, ούτε σου δίνει κάτι ουσιαστικό. Και το ουσιώδες ερώτημα τι στο καλό κάνω πραγματικά, τι είναι αυτό που προσφέρω στον κόσμο, παραμένει αναπάντητο. Έτσι, ακολουθεί η πενταετής έρευνα που αναφέρω πιο κάτω με τη μηχανή στο ντουλάπι. Στο τέλος της (που δεν έχει τέλος) η χαρά επανέρχεται, η φωτογραφία είναι ξανά παιχνίδι και εξερεύνηση. Είναι όπως στην εποχή της αθωότητας με μια ουσιώδη διαφορά: τώρα έχω συνειδητή σχέση με τον εαυτό μου, το μέσο, και τη διαδικασία.

    Ποιο είναι το πρώτο πράγμα που παρατηρείς σε ένα πρόσωπο; Αυτό που θα σε κάνει να πεις “θέλω να σε φωτογραφίσω!”;

    Μερικές φορές είναι τα μάτια, άλλες η κίνηση ή η αύρα γύρω του. Πιο πολύ νομίζω είναι η αίσθηση ότι αυτό το πρόσωπο είναι έτοιμο να μπεί σ’ αυτό το ταξίδι μαζί μου.

    Πώς συνδυάζεις τα τοπία με το κάθε πρόσωπο;

    Η επιμέλεια για μένα είναι υπόθεση “ενέργειας”. Έτσι, αυτό που φέρνει τοπίο και πρόσωπο δίπλα-δίπλα είναι η κοινή, η κοντινή ενεργειακή συχνότητα που εκπέμπουν. Αυτό μεταφράζεται σε κοινό αίσθημα, π.χ. τρυφερότητα, γλυκύτητα, στιβαρότητα, δύναμη, αέρινη αίσθηση κ.ο.κ.

    Στο λεύκωμα Natural Presence τα πρόσωπα είναι πράγματι φυσικά, δεν ποζάρουν, είναι αληθινά, όπως ακριβώς και τα μέρη που τα συνοδεύουν (ίσως βέβαια, να γίνεται και το αντίστροφο, τα πρόσωπα να συνοδεύουν τα τοπία). Υπάρχει σκηνοθεσία πίσω από την κάθε φωτογραφία; Ποια είναι η ιδανική μορφή που στοχεύεις ως φωτογράφος να αποθανατίσεις – αν υπάρχει;

    Κάθε φωτογραφία είναι μια σκηνοθεσία, αφού προτείνει ένα επιλεγμένο μέρος του όλου και έναν άλλον τρόπο να δεις τον κόσμο. Ωστόσο, σε μένα τη σκηνοθεσία τη δημιουργεί η αθωότητα του βλέμματος και όχι κάποια ιδέα η λογικό εύρημα. Και όταν λέω αθωότητα του βλέμματος εννοώ ότι δεν “κάνω” τη φωτογραφία. Εκεί που η ματιά μου θα σταθεί εκστατικά θα κάνω κλικ και θα συνεχίσω. Η φωτογραφία απλά συμβαίνει. Είναι η οπτική υλοποίηση του τρόπου που ζω την ύπαρξη, είναι ο καθρέφτης του εσωτερικού μου κόσμου. Και δεν έχω πια ιδανικά, το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να βρίσκομαι στην πραγματικότητα, να είμαι δηλαδή σε σύνδεση με τον πυρήνα της ύπαρξής μου. Τότε θα συμβούν εικόνες που θα καθρεφτίζουν αυτήν την πραγματικότητα. Είναι αυτές που έχουν νόημα για ‘μένα και νομίζω ότι αξίζει να ιδωθούν.

    Μέσα σ’ αυτήν τη δουλειά, υπάρχει κάποιο πορτρέτο που ξεχωρίζει για σένα;

    Όλα είναι εξίσου αγαπημένα, γιατί οι συναντήσεις με τους ανθρώπους του βιβλίου αν και διαφορετικές, ήταν εξίσου όμορφες και σημαντικές. Τώρα για να είμαι απολύτως ειλικρινής, νομίζω ότι έχω κάποιες αδυναμίες, αλλά θα μου επιτρέψεις να τις κρατήσω προσωπικές.

    Από όλα τα πορτρέτα, αυτό που με μαγνήτισε περισσότερο και γύριζα ξανά και ξανά τις σελίδες για να επανέλθω σε αυτό, ήταν της Λαβάνιας, της μελαχρινής γυναίκας από τη Λέσβο (8/2011). Ποια είναι η ιστορία πίσω από αυτήν την τόσο δυναμική φωτογραφία;

    Η δύναμη της εικόνας βρίσκεται στην ίδια την εικόνα και όχι στην ιστορία της. Το μυαλό μας θέλει από τη φύση του να γνωρίζει: έτσι χρειάζεται ιστορίες, ετικέτες, λογικούς συσχετισμούς. Αλλά νομίζοντας ότι γνωρίζουμε, χάνουμε το νόημα. Το νόημα που μας πλημμυρίζει όταν κοιτάμε στα μάτια τον άνθρωπο που αγαπάμε ή μια εικόνα που μας συγκινεί. Για να μην κινδυνέψεις, λοιπόν, να ξεχάσεις το νόημα, θα με συγχωρέσεις, αλλά θα κρατήσω την ιστορία της εικόνας για μένα και τη Λαβάνια. Έτσι κι αλλιώς μόνο εμάς τους δύο αφορά.

     

    Μετά τα δύο προηγούμενα λευκώματα, Στα μονοπάτια του χρόνου και Μετέωρος χρόνος, έρχεται το Natural Presence, όπου ο χρόνος μοιάζει να σταματά, τα πρόσωπα μαρτυρούν μια νοσταλγία, το στοιχείο της μνήμης είναι πολύ έντονο στο βλέμμα και στο τοπίο – με έναν μαγικό τρόπο, όλα τα μέρη μοιάζουν οικεία, όπως και τα πρόσωπα – που μέσω της χρωματικής παλέτας δίνεται στο άτομο η ευκαιρία να αφομοιωθεί με το περιβάλλον. Πόσο μακριά είναι ο άνθρωπος από τη φύση και τη φύση του;

    Όσο ο άνθρωπος στέκει χωριστά από την ύπαρξη που τον αγκαλιάζει, στέκει χωριστά από τη φύση, αλλά και από τη φύση του. Κλεισμένος στη μοναξιά της πανοπλίας του (που ονομάζει προσωπικότητα) καταστρέφει στην αγωνία του για έλεγχο, μια που νιώθει αποκομμένος από το όλο. Και αυτό μπορούμε να το αντιληφθούμε μόνο όταν πάρουμε μια γεύση πραγματικότητας. Όταν πάρουμε μια γεύση της αλήθειας εντός μας. Τότε θα σταθούμε παρόντες στον εαυτό μας. Στην κάθετη αιωνιότητα του τώρα, ανοιχτοί και σε ροή, σε ενότητα με την ύπαρξη. Το αληθινό μας πρόσωπο ανασύρεται μέσα από την κενότητα που αντικρίζουμε όταν συναντάμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Μια κενότητα που μυστηριωδώς μετατρέπεται σε μήτρα ζωής. Είναι κάτι που δεν περιγράφεται με λόγια ούτε προσεγγίζεται με τη λογική συνεπαγωγή.

    Στο τέλος, συμπεριλαμβάνεται μια συνομιλία σου με τον επιμελητή του Μουσείου Φωτογραφίας της Θεσσαλονίκης, Ηρακλή Παπαϊωάννου. Σε κάποιο σημείο αναφέρεις “τα επόμενα πέντε χρόνια άφησα τη φωτογραφική μηχανή στο ντουλάπι”. Πως ήταν αυτά τα 5 χρόνια χωρίς το φωτογραφικό κλικ;

    Ήταν τα χρόνια που προσπάθησα να κατανοήσω σε βάθος τη φωτογραφική διαδικασία. Γιατί όλοι βλέπουμε διαφορετικά, γιατί ανταποκρινόμαστε στις εικόνες με διαφορετικό τρόπο, γιατί οι διανοούμενοι ξερόλες της φωτογραφίας που ήξερα δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν ένα ουσιαστικό φωτογραφικό έργο όσο και αν προσπαθούσαν; Που βρίσκεται η αλήθεια ενός πορτρέτου; Ηταν τα χρόνια που παράλληλα με τις ακαδημαϊκές, έκανα σπουδές σε διάφορα είδη art therapy και ανθρωπιστικής ψυχοθεραπείας. Το τέλος αυτής της περιόδου με βρίσκει με ένα διδακτορικό στη φωτογραφία και πτυχίο θεραπευτή. Αλλά το σημαντικό είναι οτι είμαι ένας άλλος άνθρωπος. Ο όρος “θεραπευτής” δεν αναφέρεται σε κάποιον που έχει γνώση τεχνικών θεραπείας, αλλά σε κάποιον που μπορεί να σταθεί απολύτως δεκτικά, αγαπητικά, μπροστά σε ένα άλλο ανθρώπινο ον. Και βέβαια για να το κάνει αυτό πρέπει πρώτα να το έχει κάνει για τον εαυτό του. Ξαναβρίσκω έτσι τη χαρά και τον αυθορμητισμό της εποχής της αθωότητας συνδυασμένο με τη γνώση και την εμπειρία των επόμενων χρόνων. Και όπως προανέφερα, ξεκινάει μια καινούργια εποχή για μένα, η εποχή της συνειδητής σχέσης με την καλλιτεχνική δημιουργία.

    Η Luminous Eye είναι ένας πολύ φρέσκος χώρος, που έχει κιόλας ξεκινήσει μια δυναμική πορεία με την πρώτη έκθεση, παρουσιάσεις, συζητήσεις. Ποια είναι η αποστολή της; Πώς έχει ανταποκριθεί το ελληνικό κοινό;

    Δεν ξέρω αν έχουμε αποστολή. Φτιάξαμε ένα χώρο για να μοιραζόμαστε τη χαρά μας για τη φωτογραφία με εκθέσεις, ομιλίες, παρουσιάσεις, σεμινάρια, βιβλία, και ό,τι άλλο ήθελε προκύψει. Έναν χώρο ανοιχτό σε όλους, ελεύθερο, αυθόρμητο, παιχνιδιάρη, αγαπητικό. Και απ’ ό,τι φαίνεται έως τώρα πολλοί φίλοι έψαχναν κάτι τέτοιο. Οπότε το χαιρόμαστε…

    Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο και την κουβέντα μας. Καλή επιτυχία!

    Και εγώ σ’ ευχαριστώ για το ενδιαφέρον και τα καλά σου λόγια.

     

    Ο περίπατός μου φτάνει στο τέλος του, ενώ έχω επιστρέψει πολλές φορές σε τοπία, εκεί όπου θα ήθελα να σταθώ, να αγγίξω τη γη, να παίξω με τα πετραδάκια ή απλώς να σταθώ με τα χέρια ανοιχτά, παράλληλα με το έδαφος και κλείνοντας τα μάτια να νιώσω τον αέρα που φυσά, και άλλοτε σε πρόσωπα, με ένα χαμόγελο, μία αγκαλιά ή ένα άγγιγμα των χεριών… Η κουβέντα μας με τον Χάρη ήλπιζα ότι θα ήταν διαφωτιστική σε σχέση με το μυστήριο που περιέλουζε στιγμές, μέρη και ματιές, όμως, αντίθετα ενέτεινε το μυστήριο των εικόνων, μα άπλωσε συνάμα σε κάθε μία ένα πέπλο ηρεμίας και αποδοχής. Ανοίγω το λεύκωμα και αντικρίζω πάλι την εικόνα της μελαχρινής γυναίκας από τη Λέσβο με την πράσινη ζακέτα. Σκέφτομαι πως θα ήθελα να είμαι αυτή η γυναίκα, να βρίσκομαι εκείνη ακριβώς τη στιγμή απέναντι από τον φακό, στην παραλία, δίπλα στα βράχια, με τα πόδια μου γυμνά στη θάλασσα… Σκέφτομαι πως, όπως μου είπε ο Χάρης, πράγματι, το μυαλό έχει την τάση να περιπλανιέται, να φτιάχνει ιστορίες, να ζητά το κάτι παραπάνω, μα η μαγεία δε βρίσκεται πάντοτε στην ιστορία, βρίσκεται πολλές φορές στη δύναμη της στιγμής.